what-is-dyspraxia

Τι είναι η δυσπραξία;

Η πράξη είναι μία μεγάλη διαδικασία που λαμβάνει χώρα στο φλοιό του εγκεφάλου (συνειδητά), ωστόσο βασίζεται σε σημαντικό βαθμό και σε διαδικασίες που λαμβάνουν χώρα κάτω από το φλοιό και γίνονται ασυναίσθητα, περιλαμβανομένων της αισθητηριακής διάκρισης και της σωματαισθησίας.

Η πράξη έχει αρκετές παραμέτρους:

  1. Ιδεασμός: Η ικανότητα με την οποία το άτομο έχει τη δυνατότητα να συλλάβει με τη σκέψη του ένα κινητικό στόχο και να σκεφτεί πώς μπορεί να τον επιτύχει.
  2. Κινητικός σχεδιασμός: Η ικανότητα με την οποία μπορεί να σχεδιάσει τον τρόπο και τη σωστή διαδοχή των κινήσεων που απαιτούνται για την επίτευξή του.
  3. Κινητικός συντονισμός: Επιτρέπει στο άτομο να πραγματοποιήσει τις κινήσεις του με ακρίβεια.
  4. Ανατροφοδότηση: Δίνει τη δυνατότητα στο άτομο να αναγνωρίσει αν πραγματοποίησε επιτυχώς τον κινητικό του στόχο και να ανταποκριθεί αναλόγως.

 

Η δυσπραξία, μία μορφή αναπτυξιακή διαταραχής του κινητικού συντονισμού (D.C.D.), είναι μία συχνή διαταραχή που επηρεάζει τον αδρό και/ή τον κινητικό συντονισμό παιδιών και ενηλίκων. Μπορεί επίσης να επηρεάζει και την ομιλία. Το D.C.D. είναι μία ισόβια κατάσταση, επίσημα αναγνωρισμένη από τους διεθνείς οργανισμούς περιλαμβανομένου και του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας. Το D.C.D. είναι διακριτό από άλλες διαταραχές της κίνησης που οφείλονται σε εγκεφαλική παράλυση ή εγκεφαλικό, καθώς μπορεί να παρατηρηθεί σε όλο το φάσμα των διανοητικών ικανοτήτων.

Tα άτομα με D.C.D. μπορεί να διαφέρουν ως προς τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν: οι εν λόγω δυσκολίες είναι δυνατόν να μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου, ανάλογα με το πόσο απαιτητικό είναι το περιβάλλον του κάθε ατόμου και ανάλογα με τις εμπειρίες του. Στους ενήλικες οι δυσκολίες στο συντονισμό της κίνησης μπορεί να επηρεάζουν τη συμμετοχή τους και τη λειτουργικότητά τους στις καθημερινές τους δραστηριότητες, όπως στην εκπαίδευση και στην εργασία τους. Τα παιδιά μπορεί να παρουσιάζουν δυσκολίες στην αυτοεξυπηρέτησή τους, στη γραφή, στο ποδήλατο (ισορροπία) και στο παιχνίδι με τους συμμαθητές τους αλλά και σε άλλες ψυχαγωγικές δραστηριότητες. Κατά την ενηλικίωση πολλές από αυτές τις δυσκολίες θα συνεχίσουν να υφίστανται, καθώς το άτομο καλείται να κατακτήσει  νέες δεξιότητες όπως για παράδειγμα η οδήγηση αυτοκινήτου.

Πολλοί άνθρωποι με D.C.D. μπορεί να αντιμετωπίζουν προβλήματα μνήμης, κατανόησης και πράξης. Μπορεί να συνυπάρχουν αρκετές δυσκολίες οι οποίες έχουν αρνητικές επιπτώσεις στην καθημερινότητα των ατόμων αυτών. Αυτές μπορεί να είναι κοινωνικές ή συναισθηματικές δυσκολίες, καθώς επίσης και δυσκολίες στη διαχείριση του προσωπικού χρόνου, κάτι που έχει αρνητικό αντίκτυπο στη ζωή ενός ενήλικα ειδικά όσον αφορά την εργασία ή την εκπαίδευσή του. Ενώ ο όρος D.C.D. χρησιμοποιείται για να  καλύψει αρκετές από τις δυσκολίες κινητικού συντονισμού, η δυσπραξία αναφέρεται συγκεκριμένα στους ανθρώπους που έχουν ως επιπλέον δυσκολία στο σχεδιασμό, στην οργάνωση και στην πραγματοποίηση με σωστή αλληλουχία των κινήσεων στην καθημερινότητά τους. Η δυσπραξία τέλος μπορεί να επηρεάσει την άρθρωση, την ομιλία αλλά και τη σκέψη.

Τι προκαλεί την δυσπραξία;

Αν και οι ακριβείς αιτίες της δυσπραξίας είναι άγνωστες, θεωρείται ότι προκαλείται από μία διαταραχή στη μετάδοση των «μηνυμάτων» που στέλνει ο εγκέφαλος στο σώμα. Αυτό επηρεάζει την ικανότητα του ατόμου να πραγματοποιεί ομαλές και συντονισμένες κινήσεις.

Πώς αντιμετωπίζουμε την δυσπραξία;

Οι γονείς είναι αναμφίβολα οι καλύτεροι παρατηρητές για τις δυνατότητες και τις αδυναμίες των παιδιών τους, ακόμα και αν δεν έχουν μελετήσει τα «φυσιολογικά» αναπτυξιακά στάδια ενός παιδιού. Επειδή οι γονείς, σε καθημερινή βάση, βλέπουν τα παιδιά τους να παίζουν και να αλληλεπιδρούν με άλλα παιδιά, συνήθως παρατηρούν πρώτοι ότι το παιδί τους είναι πιο αδέξιο ή συμπεριφέρεται διαφορετικά από τους συνομηλίκους του. Γι’ αυτό το λόγο, εκτός αν το παιδί έχει κάποιο επιβαρυμένο ιατρικό ιστορικό που μπορεί να του προκαλέσει κάποια αναπτυξιακή καθυστέρηση, είναι ο γονιός και όχι ο δάσκαλος ή ο παιδίατρος, που εκφράζει πρώτος την ανησυχία του σχετικά με την αναπτυξιακή πορεία και λειτουργικότητα του παιδιού του. Κάποιες φορές, ειδικά όταν οι δυσκολίες στο συντονισμό είναι πολύ ήπιες, δεν είναι εύκολο να παρατηρηθεί μέχρι το διάστημα που το παιδί θα πάει σχολείο και τότε η επαφή του με άλλα παιδιά θα φέρει στην επιφάνεια τυχόν δυσκολίες που θα αναγκάσουν το δάσκαλο και το γονέα να αναζητήσουν βοήθεια. Αυτό είναι λογικό καθώς το παιδί πηγαίνοντας σχολείο, καλείται να χρησιμοποιήσει το ψαλίδι, το μολύβι ή άλλα εργαλεία γραφής και σχεδίασης – ασκήσεις που είναι ενδεικτικές για την αποτελεσματικότητά του σε ό,τι αφορά την λεπτή του κίνηση.

Έτσι λοιπόν οι γονείς θα πρέπει αρχικά να απευθυνθούν για βοήθεια στον παιδίατρό τους. Αφού του αναλύσουν τις ιδιαιτερότητες που έχουν παρατηρήσει στο παιδί τους, είτε αυτό αφορά τις κοινωνικές του δεξιότητες, είτε τις κινητικές, θα είναι σε θέση να αξιολογήσει σε πρώτη φάση την κλινική του εικόνα και να τους παραπέμψει για περεταίρω αξιολόγηση. Ειδικότητες που μπορεί να παραπέμψει το παιδί είναι: ο παιδονευρολόγος, ο αναπτυξιολόγος, ο παιδοψυχίατρος, ο παιδοψυχολόγος, ο εργοθεραπευτής, ο φυσικοθεραπευτής, ο λογοθεραπευτής και άλλοι.

Παιδιά με αναπτυξιακές διαταραχές του κινητικού συντονισμού, καλό θα είναι να αξιολογούνται από ειδικευμένους θεραπευτές. Τόσο οι εργοθεραπευτές όσο και κάποιοι φυσικοθεραπευτές είναι άρτια καταρτισμένοι στο να εργάζονται με παιδιά με κινητικές δυσκολίες. Ο πρωταρχικός στόχος του εργοθεραπευτή είναι να εντοπίσει τα προβλήματα στην αδρή και λεπτή κίνηση, καθώς και στην αντιληπτική τους ανάπτυξη, δεξιότητες οι οποίες εμπλέκονται και είναι απαραίτητες στην αυτοεξυπηρέτηση, στο παιχνίδι και στη σχολική τους επίδοση.

 

 Βουτυράκης Γιάννης, Εργοθεραπευτής

 

Πηγές:

  • Kurtz Lisa (2008), Understanding Motor Skills in Children with Dyspraxia, ADHD, Autism, and Other Learning Disabilities, Jessica Kingsley Publishers London and Philadelphia.
  • https://dyspraxiafoundation.org.uk