mute-button

Το διάστημα από 18 μηνών έως 3 ετών περιέχει πολλές προκλήσεις τόσο για το παιδί, όσο

και για τους γονείς. Είναι ένα μεταβατικό στάδιο, κατά το οποίο το μέχρι τώρα βρέφος

γίνεται σιγά σιγά παιδί!

Όπως όλες οι μεταβάσεις, λοιπόν, πέρα από τις χαρές, έχει και αυτή τις δυσκολίες της. Το

παιδί, με δεδομένη την εμπιστοσύνη που έχει στην αγάπη και τη σταθερότητα των γονέων,

ξεκινά να εξερευνά τις φυσικές του δεξιότητες και μαζί τα όρια της ανεξαρτησίας του.

Οι γονείς με τη σειρά τους καλούνται να συνειδητοποιήσουν τις γρήγορες αλλαγές της

εξέλιξης του παιδιού τους και να θέσουν τα όρια αυτής της ανεξαρτησίας, ώστε να

βοηθήσουν το παιδί να αναπτύξει την ασφαλή “Αυτονομία” του. Μέχρι τα 3 έτη χρειάζεται

να εκπαιδεύσουν το παιδί με τις βασικές δεξιότητες αυτοεξυπηρέτησης (π.χ. χρήση

τουαλέτας, κατάργηση πιπίλας και ταΐσματος). Οι εκπαιδεύσεις αυτές, βέβαια, δεν είναι

πάντα τόσο εύκολες. Τα παιδιά συχνά βρίσκονται σε σύγχυση μεταξύ της ανάγκης τους να

εξερευνήσουν τις δυνατότητες τους και να είναι κοντά στους γονείς τους που τόσο

χρειάζονται και συχνά ξεσπούν σε ανεξήγητα από τους γονείς νεύρα (tantrums). Οι γονείς,

επίσης, δυσκολεύονται να διακρίνουν το πότε τα παιδιά είναι πραγματικά στεναχωρημένα

και πότε κλαίνε, επειδή αναζητούν την οριοθέτηση του τι μπορούν και δεν μπορούν να

κάνουν.

Η χρήση της πιπίλας έως 2 ετών είναι πολύ θεμιτή, καθώς προσφέρει στο παιδί ένα

μεταβατικό μέσο για να μάθει και κάτι ακόμα που είναι πολύ σημαντικό: να ηρεμεί και να

παρηγορεί τον εαυτό του μόνο του. Από τα 2 έτη και έπειτα, που η αντιληπτική και

συναισθηματική ικανότητα των παιδιών είναι αρκετά ανεπτυγμένη για να αποκτήσουν τη

δεξιότητα της “Αυτό-παρηγοριάς”, αλλά και που τα δόντια τους κινδυνεύουν να

επηρεαστούν από τη χρήση της πιπίλας, είναι σωστή στιγμή να σταματήσουν να τη

χρησιμοποιούν.

ΟΔΗΓΙΕΣ

  1.  Προειδοποιούμε το παιδί ότι θα ξεκινήσουμε αυτήν την προσπάθεια. Δηλαδή

φροντίζουμε να αναφέρουμε 2 μέρες πριν ότι πρόκειται από μεθαύριο να

σταματήσουμε να βάζουμε την πιπίλα μέσα στην μέρα. 1 μέρα πριν το

επαναλαμβάνουμε. Δίνουμε χρόνο στο παιδί να συμβιβαστεί με την ιδέα και

εξηγούμε το γιατί, ακόμα και εάν νομίζουμε ότι δεν μπορεί να το καταλάβει. Έτσι,

όταν ξεκινήσουμε να το εφαρμόζουμε, δε θα τρομάξουμε το παιδί. Λέμε, λοιπόν:

Από μεθαύριο θα βάζουμε την πιπίλα μόνο στον ύπνο, γιατί πλέον έχεις

μεγαλώσει και δεν τη χρειάζεσαι όταν παίζεις”. Επαναλαμβάνουμε το ίδιο την

επομένη, αλλά και στην αρχή της ημέρας που ξεκινάμε την εφαρμογή.

2.       Όταν ζητήσει την πιπίλα του εξηγούμε: “Την πιπίλα θα τη βάλεις πριν κοιμηθείς και

πρέπει να περιμένεις μέχρι εκείνη τη στιγμή”. Εάν μας ακούσει χωρίς να αντιδράσει,

την επιβραβεύουμε λεκτικά εξηγώντας το γιατί λέμε μπράβο, αλλά και πρακτικά,

εάν είναι εύκολο, παίζοντας για παράδειγμα λίγο μαζί του.

3.        Στην περίπτωση που αντιδράσει επαναλαμβάνουμε ότι θα πάρει την πιπίλα πριν

τον ύπνο.

4.       Εάν η αντίδραση συνεχιστεί και οξυνθεί, κατεβαίνουμε στο επίπεδο του παιδιού,

ώστε να μπορεί να μας κοιτάει στα μάτια και λέμε: “Δε θα σου δώσω την πιπίλα,

αλλά μπορώ να σε αγκαλιάσω για να ηρεμήσεις. Πρέπει, όμως, να είσαι ήρεμη για

να σε πάρω αγκαλιά”. Εφόσον σταματήσει και μόνο τότε, προσφέρουμε μια

θερμή αγκαλιά και επιβραβεύουμε. Δε μένουμε άλλο στο θέμα, αλλά βρίσκουμε

μια εναλλακτική δραστηριότητα για να το ξεπεράσει.

5.        Εάν τα νεύρα συνεχιστούν, πράγμα πιθανό τις πρώτες μέρες εφαρμογής,

προτείνουμε μια εναλλακτική: “Μπορείς να σταματήσεις να κλαις και να σε πάρω

αγκαλιά ή μπορείς να μείνεις λίγο εδώ με τα παιχνίδια σου να ηρεμήσεις και να

έρθεις να σε αγκαλιάσω τότε”. Εάν σταματήσει, αγκαλιάζουμε και επιβραβεύουμε,

διαφορετικά απομακρυνόμαστε για να του αφήσουμε το χώρο και το χρόνο του.

Κρατάμε την απόσταση και δεν ενισχύουμε τις φωνές κάνοντας περεταίρω

συζήτηση ή δίνοντας σημασία. Είναι σημαντικό το παιδί να έρθει μόνο του, όταν

ηρεμήσει. Όταν έρθει επιβραβεύουμε και αφιερώνουμε χρόνο, εξηγώντας του γιατί

λέμε μπράβο. Την ίδια αντιμετώπιση ακλουθούμε και στην περίπτωση που το

παιδί αναζητά την πιπίλα επίμονα, γιατί έχει εκνευριστεί ή στεναχωρηθεί με κάτι

άλλο.

6.        Μόλις το παιδί σηκώνεται από τον ύπνο ζητάμε την πιπίλα και

επιβραβεύουμε όταν μας τη δίνει εύκολα.

ΤIPS

  • Και οι δύο γονείς, αλλά και οι υπόλοιποι που φροντίζουν το παιδί (π.χ. παππούς,

γιαγιά), πρέπει να είναι ενήμεροι και να ακολουθούν την ίδια τακτική, ώστε να μην

ακυρώνεται η προσπάθεια του παιδιού.

  • Η φωνή μας όταν δίνουμε τις οδηγίες πρέπει να είναι σταθερή και ήρεμη. Τα παιδιά

διαισθάνονται την αγωνία μας και σε μια διαδικασία που τους δυσκολεύει,

χρειάζονται τη σιγουριά μας για να νιώθουν ασφάλεια. Ξεκινάμε, λοιπόν, τη

διαδικασία διακοπής, μόνο όταν είμαστε σίγουροι ότι το θέλουμε και εμείς.

  • Εφόσον ξεκινήσει η διαδικασία, δε δίνουμε ξανά την πιπίλα πέρα από τους χρόνους

που έχουμε ορίσει. Αν δεν ακλουθούμε εμείς του κανόνες μας, γιατί να το κάνει το

παιδί;

  • Είμαστε προετοιμασμένοι για τις έντονες αντιδράσεις του παιδιού και κρατάμε στο

μυαλό μας τους λόγους για τους οποίους το κάνουμε. Είναι μόνο για το καλύτερο!

  • Μαζεύουμε τα αποθέματα της υπομονής μας για την εβδομάδα που θα

διαρκέσει το πρόγραμμα. Συνήθως, χρειάζεται μια εβδομάδα, το πολύ 10 μέρες

 για να προσαρμοστούν τα παιδιά στην αλλαγή.

  • Δεν κουβαλάμε πιπίλες εκτός του σπιτιού! Σημειώνουμε 3-4 πράγματα ή δραστηριότητες που αρέσουν πολύ στο παιδί, ώστε

να καταφεύγουμε σε αυτά για την επιβράβευση.

  • Το να κάνουμε ένα λάθος κατά τη διαδικασία δεν ακυρώνει όλη μας την

προσπάθεια. Οι καταστάσεις στις οποίες μπορεί να συμβεί ένα tantrum είναι

φυσικό να μη μας βρίσκουν πάντα στην απόλυτη ψυχραιμία. Αναγνωρίζουμε τι δεν

πήγε καλά και πάμε παρακάτω!

 

ΚΑΛΗ ΕΠΙΤΥΧΙΑ!!!

 

Άλκηστις  Μαρκουλάκη, Ψυχολόγος

MSc in Child and Adolescent Psychology